Στην σύγχρονη εποχή, η εργασία αποκτά υβριδική μορφή και η ανάγκη για συνεργασία και διαπροσωπική επαφή στον φυσικό χώρο συναντά την ψηφιακή διασύνδεση. Οι χώροι εργασίας αλλάζουν παράλληλα με την πραγματικότητα της πανδημίας και η αρχιτεκτονική καλείται να εκφράσει χωρικά αυτή τη νέα συνθήκη. Το σύγχρονο κτίριο γραφείων επαναπροσδιορίζεται με στόχο την περιβαλλοντική αειφορία και τη λειτουργική ευελιξία.
Η πρόταση μας για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που αφορά στο οικόπεδο όπου βρίσκονταν τα γραφεία της Kodak στο Μαρούσι καλείται να διαμορφώσει ένα σύμπλεγμα κτιρίων που λειτουργεί ως σύγχρονο επιχειρηματικό πάρκο, όπου η συνάφεια των κτιρίων θα ενισχύσει την επιχειρηματικότητα και θα αποτελέσει πόλο έλξης για νέες εταιρείες στην ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για ένα συγκρότημα γραφείων και καταστημάτων το οποίο αποτελείται από έξι κτίρια πέντε ορόφων, με κεντρικό υπαίθριο χώρο και δύο υπόγεια.

Οι βασικές σχεδιαστικές χειρονομίες που ορίζουν τη μορφή του συγκροτήματος είναι:

Η μεταβολή
Μέσα από το ενιαίο κέλυφος, η διάσπαση των κτιρίων και οι συνδέσεις τους καθ’ ύψος επιτρέπουν την συμβίωση ετερόκλητων εταιρειών και χρηστών. Με αυτό τον τρόπο, μια εταιρεία μπορεί να στεγαστεί σε ένα αυτοτελές κτίριο ή δύο γειτονικά τα οποία συνδέονται σε πολλαπλά επίπεδα. Η ταυτότητα των εταιρειών-ενοίκων διατηρείται, καθώς προβάλλεται η θέση τους στο συγκρότημα με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τη θέση και τη διάταξή τους. Ο σχεδιασμός δίνει τη δυνατότητα στο συγκρότημα να λειτουργεί σε διαφορετικές κλίμακες και χωροθετήσεις. Έτσι, αποκτά την πολυμορφική λειτουργία μιας γειτονιάς.

Το ενιαίο
Η κατασκευή γίνεται καταρχάς αντιληπτή από απόσταση ως ένα αντικείμενο με ευσύνοπτη και χαρακτηριστική τρισδιάστατη εικόνα, η οποία παραχωρεί σταδιακά τη θέση της σε μια αναλυτικότερη κτιριακή παρουσία καθώς ο παρατηρητής πλησιάζει και εισέρχεται στον εσωτερικό χώρο. To τυπικό μονολιθικό κτίριο γραφείων μεταβάλλεται μέσω της διάσπασης του σε επιμέρους όγκους που επιτρέπουν τον διάλογο του κτιρίου με το πράσινο, τη δημιουργία ενός κεντρικού υπαίθριου χώρου συνάθροισης, την βελτίωση του μικροκλίματος και την αυτονομία των εταιρειών που θα στεγαστούν στο συγκρότημα, λειτουργικά και ενεργειακά.

Το πράσινο επιχειρηματικό κέντρο
Το συγκρότημα στεγάζει διαφορετικές χρήσεις και προσδίδει στην περιοχή έναν νέο δημόσιο χώρο. Η κεντρική πλατεία λειτουργεί ως πυκνωτής, χώρος συνάντησης από τον οποίο γίνεται η είσοδος στα κτίρια και αποτελεί τον βασικό χώρο εκτόνωσης του συγκροτήματος. Διατηρείται τμήμα του υφιστάμενου πρασίνου στον κεντρικό υπαίθριο χώρο και προστίθενται νέες φυτεύσεις στο επίπεδο του ισογείου και στα δώματα, βελτιώνοντας το μικροκλίμα. Σε αυτό βοηθούν και οι επιφάνειες νερού, οι οποίες επιτρέπουν τον καλύτερο δροσισμό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Το πορώδες
Το κτίριο «διαρρηγνύει» το κέλυφός του και διασπάται, οριοθετώντας την κεντρική πλατεία και τους πράσινους χώρους. Έτσι, οργανώνονται η κυκλοφορία και η στάση στο συγκρότημα. Το κενό σηματοδοτεί τις εισόδους και την περιοχή των εμπορικών χρήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η αλληλεπίδραση αυτών των χρήσεων και εμπλουτίζεται η κίνηση στο επίπεδο του ισογείου με πράσινες οπτικές φυγές. Παράλληλα, το πορώδες, ως σχεδιαστική χειρονομία, δημιουργεί ένα παθητικό περιβαλλοντικά κτίριο το οποίο σκιάζεται σε διαφορετικές ώρες.

Στο νέο αυτό συγκρότημα που δημιουργείται, οι συνέργειες μεταξύ των κτιρίων, οι συνθήκες φωτισμού και αερισμού, η διάχυση των ορίων εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, η διαμπερότητα, η δυνατότητα για εύκολη τροποποίηση των χώρων εργασίας συνθέτουν τη νέα εργασιακή πραγματικότητα με άξονα την ευελιξία των εταιρειών και την καλύτερη καθημερινότητα των εργαζομένων.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 15:51

ΥΠΟΣΚΑΦΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ Ι

Πρόκειται για μια εξοχική κατοικία που αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα πάνω σε μια πλαγιά με πολύ έντονη κλίση στο νησί της Αντιπάρου. Το κτίριο προσπαθεί να ενταχθεί στην τοπιογραφία της περιοχής και επιτυγχάνει μέσω της διάσπασης των όγκων και την ένταξή του κάτω από το έδαφος να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του. Δημιουργούνται 3 υπόσκαφα κτίρια και ένα υπέργειο, τα οποία με την χρήση τοπικών φυσικών υλικών (πέτρα και ξύλο) προσπαθούν να συγχωνευτούν με το περιβάλλον και να γίνουν μία ενότητα με αυτό. Δημιουργούνται δηλαδή μικρά κτίρια ήπιας επέμβασης, δίνοντας έμφαση στον μετασχηματισμό του εδάφους και αποφεύγεται η επιβάρυνση ενός τόσο ιδιαίτερου τοπίου με μεγάλους κτιριακούς όγκους. Μπροστά από τα κτίρια, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν τα δωμάτια μιας κατοικίας, δημιουργούνται μεγάλοι υπαίθριοι χώροι εκτόνωσης, απαραίτητοι σε μια κυκλαδίτικη εξοχική κατοικία όπου η καθημερινή ζωή εκτυλίσσεται κυρίως στον υπαίθριο χώρο. Πέργκολες και δομικά στοιχεία πλήρως ενταγμένα στο περιβάλλον καλούνται να προστατέψουν τον χρήστη από τον έντονο ήλιο και τον αέρα. Το εσωτερικό τον υπόσκαφων κτιρίων φωτίζεται από μακριές σχισμές στο έδαφος, οι οποίες δημιουργούν μία σκηνογραφική ατμόσφαιρα στο εσωτερικό των δωματίων.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 15:50

ΥΠΟΣΚΑΦΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ ΙΙ

Πρόκειται για μια εξοχική κατοικία στο νησί της Αντιπάρου, η οποία αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα, σε μια πλαγιά με πολύ έντονη κλίση. Η διάσπαση ενός κτιριακού όγκου σε 3 επιμέρους υπόσκαφα τμήματα έχει σκοπό την πλήρη ένταξη της κατοικίας στην τοπιογραφία της περιοχής. Δημιουργούνται κτίρια ήπιας μορφής επέμβασης, δίνοντας έμφαση στον μετασχηματισμό του εδάφους και αποφεύγεται η επιβάρυνση ενός τόσο ιδιαίτερου τοπίου με μεγάλους κτιριακούς όγκους. Τα 3 υπόσκαφα επίπεδα, τα οποία λειτουργούν σαν επιμέρους δωμάτια μιας συνολικής κατοικίας, με την χρήση τοπικών φυσικών υλικών (πέτρα, σοβάς και ξύλο) προσπαθούν να ενταχθούν πλήρως στο περιβάλλον και να γίνουν μία ενότητα με αυτό. Η σύνδεση μεταξύ των υπόσκαφων "δωματίων" της κατοικίας γίνεται μέσω του υπαίθριου χώρου, ο οποίος λειτουργεί σαν ο βασικός χώρος εκτόνωσης και ζωής κατά τους θερινούς μήνες αλλά και σαν ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στα επιμέρους τμήματα της κατοικίας. Ξύλινες πέργκολες και δομικά στοιχεία πλήρως ενταγμένα στο περιβάλλον καλούνται να προστατέψουν τον χρήστη από τον έντονο ήλιο και τον αέρα των Κυκλάδων. Ο φυσικός φωτισμός παίζει ιδιαίτερο ρόλο στην αρχιτεκτονική των υπόσκαφων κτιρίων, καθώς οι μακριές σχισμές στο έδαφος επιτρέπουν τον έλεγχο του φυσικού φωτός και τη δημιουργία μιας σκηνογραφικής ατμόσφαιρας στο εσωτερικό της κατοικίας. Η εναλλαγή πέτρας και σοβά δίνει την αίσθηση της μικρής κλίμακας επέμβασης στο τοπίο, διατηρώντας της αίσθηση της παραδοσιακής κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 15:50

ΥΠΟΣΚΑΦΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟ ΙΙΙ

Η κατοικία αναπτύσσεται σε οικόπεδο 4000 τ.μ. και έχει επιφάνεια 200 τ.μ. Στην περιοχή υπάρχουν σε ευρύτερη έκταση κατοικίες και καταλύματα, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκεται η παραλία Ψαραλυκή.
Η έντονη κλίση του οικοπέδου, ο προσανατολισμός και η απρόσκοπτη θέα προς την Πάρο, καθορίζουν τις βασικές συνθετικές αρχές για την κατοικία. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους αποφασίστηκε το σύνολο της κατοικίας να είναι υπόσκαφο, ακολουθώντας τους πολεοδομικούς κανόνες σχετικά με τα υπόσκαφα κτίρια. Αυτή η απόφαση έδωσε τη δυνατότητα ένταξης του συνόλου της κατοικίας στο φυσικό τοπίο, δημιουργώντας την ελάχιστη τοπολογική παρέμβαση. Το έδαφος που καλύπτει τα υπόσκαφα κτίρια ενισχύει την αποκατάσταση του φυσικού αναγλύφου και το σύνολο της επέμβασης εντάσσεται ομαλά δημιουργώντας το ελάχιστο περιβαλλοντικό και οπτικό ίχνος στο τοπίο.
Η κατοικία αποτελείται από ένα υπόσκαφο κτίριο, το οποίο αναπτύσσεται σε ένα επίπεδο και η πρόσβαση στο οικόπεδο γίνεται από το νοτιοανατολικο άκρο του οικοπέδου όπου και προβλέπεται πλάτωμα για τη στάθμευση τριών αυτοκινήτων. Μέσω μιας ράμπας που ξεκινά από το πλάτωμα, και η οποία ακολουθεί το φυσικό έδαφος, επιτυγχάνεται η πρόσβαση στο κτίριο και στον περιβάλλοντα διαμορφωμένο χώρο.
Το υπόσκαφο κτίριο αποτελείται από έξι υπνοδωμάτια με τα ιδιωτικά τους λουτρά, ένα λουτρό ξένων και μία βοηθητική αποθήκη. Η πρόσβαση σε δύο από τα υπνοδωμάτια γίνεται μέσω του υπαίθριου χώρου, ενώ στα υπόλοιπα μέσω εσωτερικού διαδρόμου, ο οποίος εξασφαλίζει άμεσο φωτισμό και αερισμό μέσω φωταγωγού.
Το κτίριο προβάλλει από το τοπίο μέσω μιας καθαρής ευθείας οριζόντιας χειρονομίας, η οποία δηλώνει την αρχιτεκτονική παρέμβαση και ιδέα με ήπιο, αλλά δυναμικό τρόπο. Αυτήν την οριζοντιότητα ακολουθεί και το υδάτινο στοιχείο που αναπτύσσεται μπροστά από τον ημιυπαίθριο του κτιρίου, μέσω μιας μακρόστενης κολυμβητικής επιφάνειας.
Η υλικότητα του οριζόντιου στοιχείου, το οποίο αποτελεί τον ημιυπαίθριο χώρο, διαφοροποιείται από το τοπίο μέσω του υπόλευκου χρώματός του, καθώς οι υπόλοιποι τοίχοι και διαχωριστικά κατασκευάζονται από ανεπίχριστη αργολιθοδομή χωρίς τονισμένους αρμούς σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα της περιοχής για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου. Η περίφραξη του οικοπέδου καθώς και διάφοροι μικροί αναλημματικοί τοίχοι που συγκρατούν τις διαμορφώσεις του εδάφους κατασκευάζονται από ξηρολιθιά. Τα κουφώματα του κτιρίου είναι επάλληλα ξύλινα υπόλευκου χρώματος με ανοιγόμενα παντζούρια.
Published in PROJECTS
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021 14:40

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το κατάλυμα τοποθετείται σε οικόπεδο 52 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στο βασικό άξονα σύνδεσης του αεροδρομίου Μακεδονία με την πόλη της Θεσσαλονικής και εκτείνεται εώς τον αιγιαλό με απρόσκοπτη θέα προς το Θερμαϊκό Κόλπο.
Η ιδιαίτερη τοποθεσία του οικοπέδου, καθώς και οι υφιστάμενες νησίδες φυσικού πρασίνου, που εντοπίζονται εντός του, καθόρισαν την κεντρική ιδέα της σύνθεσης και ογκοπλασίας ενός αστικού resort που κύριο στόχο έχει τη διάχυση του φυσικού στοιχείο στο αστικό.
Πιο συγκεκριμένα, το αυστηρό ορθοκανονικό σύστημα του αστικού ιστού μεταβάλλεται και μετασχηματίζεται εντός του οικοπέδου από ένα άκαμπτο γραμμικό σύστημα σε ένα εύκαμπτο δυναμικό σύστημα που παραλαμβάνει το κτιριολογικό πρόγραμμα. Το ροϊκό σύστημα χαράξεων «αγκαλιάζει» τις περιοχές υφιστάμενου πρασίνου, στα πλαίσια μιας περιβαλλοντικά βιώσιμης και οικολογικής πρακτικής. Με αυτό τον τρόπο, το φυσικό και δομημένο ενοποιούνται σε ένα ενιαίο οργανικό σύνολο, που αναδύεται σχηματικά από το θαλάσσιο μέτωπο, ως ένα ροϊκό δίκτυο ποταμού.
Το συγκρότημα αποτελείται από 3 κυρίως κτίρια – μπάρες, τα οποία ενοποιούνται μεταξύ τους στην κορυφή του οικοπέδου, όπου αναπτύσσονται στο μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος και μεταβάλλονται σε χαμηλότερο ύψος όσο προσχωρούν προς το θαλάσσιο μέτωπο. Σε ό,τι αφορά το κτιριολογικό πρόγραμμα, οι κοινόχρηστες και υπερτοπικές χρήσεις αναπτύσσονται επί του οδικού μετώπου, όπως είναι ο χώρος υποδοχής, η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, εμπορικά καταστήματα, εστιατόρια και club, ενώ δωμάτια, beach bar και εστιατόριο εντοπίζονται προς το θαλάσσιο μέτωπο.
Οι μπάρες επιμερίζονται σε μονάδες – bungalows που διαχέονται σε εκτενή κολυμβητική επιφάνεια και χώρων πρασίνου. Η κολυμβητική επιφάνεια είναι τύπου beach entry pool, δημιουργώντας την αίσθηση ότι παραλία και πισίνα ενώνονται μέσω μίας χερσονήσου. Το σύνολο των δωματίων είναι 195 κι έχουν απρόσκοπτη θέα προς το θερμαϊκό κόλπο μέσω του μετασχηματισμού του κτιρίου με βάση την ορατότητα προς τη θάλασσα. Στοιχεία διαμπερότητας και πολλαπλών θεάσεων, εντείνονται μέσω αμφιθεατρικών διατάξεων και ροϊκών χαράξεων που χαρίζουν στον επισκέπτη μια πλούσια εμπειρία περιδιάβασης και χαλάρωσης με έντονο το φυσικό στοιχείο εντός του αστικού ιστού.
Published in PROJECTS

Η πρόταση μας για τον σχεδιασμό μουσείου εναλίων αρχαιοτήτων στο κτίριο του Σιλό στον Πειραιά επικεντρώνεται στην χωροθέτηση του μουσείου τόσο στο εσωτερικό του υπάρχοντος κτιρίου όσο και έξω από αυτό, έτσι ώστε η γεωμετρία του νέου κτιρίου να αποτελεί φυσική συνέχεια του υπάρχοντος - χωρική μεταφορά του παλιού στο μέλλον. Στο εσωτερικό βρίσκουμε μικρές αίθουσες και χώρους που δεν αλλοιώνουν τον φέροντα οργανισμό του Σιλό. Στην περιοχή έξω από το Σιλό βρίσκουμε όλες τις μεγάλες αίθουσες και τα καράβια. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η ουσιαστική διατήρηση του Σιλό, τόσο ως προς τη λειτουργική μνήμη, όσο και ως προς το κόστος κατασκευής.

Η επιμήκης ανάπτυξη του μουσείου βοηθά στην απρόσκοπτη κυκλοφορία των επισκεπτών χωρίς μηχανικά μέσα. Με αυτό τον τρόπο οι εκθεσιακοί χώροι είναι προσβάσιμοι μέσω ήπιων κεκλιμένων ραμπών που ενισχύουν την περιπατητική εμπειρία. Επιπλέον, οι χρονοκάψουλες των καραβιών συνδέονται μεταξύ τους με γυάλινους διαδρόμους από τους οποίους έχουμε πανοραμική θέα προς το λιμάνι και τα σύγχρονα καράβια. Έτσι, το παρελθόν και το μέλλον συνυπάρχουν διαμορφώνοντας έναν διάλογο μοναδικό για την μουσειολογική εμπειρία. Όλα φιλοξενούνται κάτω από μια οριζόντια πλάκα που συμβολίζει το επίπεδο της θάλασσας. Τα εκθέματα βρίσκονται κάτω από την χωρική μεταφορά του πυθμένα, όπως ακριβώς και στο φυσικό περιβάλλον όπου βρέθηκαν. Τέλος, το μουσείο φτάνει μέχρι την άκρη της προβλήτας, ενισχύοντας την θεματική του σχέση με την θάλασσα, ενώ είναι ορατό πλέον από όλο το λιμάνι, αποτελώντας σημαντικό πόλο έλξης για τους ταξιδιώτες.

Published in PROJECTS
Η πρότασή μας για το νέο κτίριο γραφείων στη Μάνδρα Αττικής αποτελεί λειτουργική συνέχεια του υφιστάμενου βιομηχανικού κτιρίου που βρίσκεται στο οικόπεδο. Eκτός από τους χώρους γραφείων περιλαμβάνει και έναν γραμμικό χώρο βιομηχανικής παραγωγής στο ισόγειο. Η ανάγκη να συμπεριληφθούν οι παραπάνω χρήσεις σε ένα κτίριο παράγει μια νέα δομή η οποία εκφράζει τον διττό του χαρακτήρα. Αυτή η νέα δομή είναι αποτέλεσμα μετασχηματισμού του υφιστάμενου βιομηχανικού κτιρίου και προκύπτει ως στοιχείο επανάληψης της τυπολογίας της βιομηχανικής στέγης. Έτσι, γίνεται αναφορά στον βιομηχανικό χαρακτήρα του κτιρίου και τονίζεται η λειτουργική σχέση του με το υφιστάμενο βιομηχανικό.
Ταυτόχρονα υπάρχει έντονη σχέση με το φυσικό περιβάλλον της περιοχής, η οποία προκύπτει ως ανάγκη για την υποδοχή των ζητούμενων γραφειακών χρήσεων. Το «φυσικό», ως κενό, εισέρχεται στο «δομημένο», διαμορφώνοντας ανοιχτούς και στεγασμένους χώρους, δημιουργώντας έτσι κατάλληλες συνθήκες για τους γραφειακούς χώρους. Η συμπαγής δομή σχίζεται κατά το μήκος, επιτρέποντας το φυσικό φως να εισέλθει στο εσωτερικό του. Τμήματα της κτιριακής μάζας έχουν αφαιρεθεί διαμορφώνοντας υπαίθριους χώρους που στρέφονται προς τον Νότο και την «θέα» προς την Ελευσίνα. Επίσης, τμήμα της κτιριακής μάζας ολισθαίνει προς την «θέα» διαμορφώνοντας ένα αίθριο που φωτίζει τους χώρους γραφείων. Το αίθριο αναπτύσσεται στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο, αποτελώντας την κορύφωση μιας ακολουθίας χώρων από την είσοδο μέχρι το δώμα του κτιρίου. Έτσι, ο εσωτερικός χώρος είναι συνεχής και ενοποιεί όλα τα επίπεδα του κτιρίου. Μέσω διώροφων κενών και μέσω ενός υπαίθριου αμφιθεάτρου καταλήγει στο τελευταίο επίπεδο του κτιρίου όπου βρίσκεται το αίθριο. Αυτός ο κεντρικός χώρος λειτουργεί ως κόμβος μετάβασης από το «κλειστό» στο «ανοιχτό», δημιουργώντας μια ροή γεγονότων κοινωνικοποίησης και επαφής με το φυσικό περιβάλλον σε μία περιοχή με έντονο βιομηχανικό χαρακτήρα.
Published in PROJECTS